Aλητεία

3 Σεπτεμβρίου, 2012

Ο κάθε Έλληνας κρύβει μέσα του έναν τουλάχιστον γάϊδαρο. Θα μου πείτε «τι βρίζεις κακαναθρεμένη ντομάτα» και θα απαντήσω ότι δεν βρίζω αλλά διαπιστώνω: μα που στο γέρο διάολο την κρύβαμε όλοι μας τη γαϊδουρινή υπομονή ? 

Στο τέλος θα περνάνε από τα σπίτια μας, μας αρέσει δεν μας αρέσει, και θα μας γαμάν κι από πάνω. Κι εμείς θα λέμε και ευχαριστώ που δε ζητήσανε και πεοθηλασμό.  Το μόνο που ακούς είναι «πλήρωσες εσύ το τάδε χαράτσι.. τη ΔΕΗ.. το νερό..». Τίποτα άλλο. Μια χριστοπαναγία, ένα διαολόσταλμα, μιαν αντίδραση, κάτι ρε γαμώτο να δικαιολογεί την πουτάνα την παροιμία πως του έλληνα το τράχηλος ζυγό δεν υπομένει. Μαλακίες… Του έλληνα ο τράχηλος υπομένει τα πάνδεινα 2 χρόνια τώρα και δεν ζώνεται το φουσεκλίκι παρά κάθεται και κλαίει τα χαμένα. Ένας λαός έφαγε την καραμέλα της συνενοχής και τις μαλακίες που ισχυρίζεται ο χοντρός. Αν τα τρώγαμε μαζί όρκα του ανοιχτού πελάγους, εγώ θα μπορούσα να πληρώσω το νερό και δεν θα περίμενα να μου το κόψουν. 

 -Καθόλου δεν με κόφτει πια αν χάσω το σπίτι μου, καθόλου δεν με κόφτει αν αύριο θα έχω ρεύμα ή νερό, για το μόνο που με κόφτει είναι τι ζω κάθε μέρα.  Γλεντοκοπώ σαν τον αλήτη, γυρνοβολώ σαν τη σβούρα μέχρι όπου φτάνει κάθε φορά η βενζίνη μου, ζβουρνάω που και που καμιά μπύρα, ξεπετώ κάνα καλό γκομενάκι, μαθαίνω στα ανίψια μου να επιβιώνουν με ελάχιστα, να ξεκαθαρίζουν τις βασικές ανάγκες τους από τις πλασματικές, έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου.

 

Βάζετε κάνα ευρώ αποκάτω από το στρώμα blogόπουλα κι αφήστε τα στεγαστικά να πάνε να πηδηχτούνε μα έτσι κι αλλώς κάποια στιγμή όλοι στάση πληρωμών θα κάνουμε. Δεν σωζόμαστε πια.  Μετά τις αμερικανικές εκλογές νομίζω από τα λίγα που ξέρω πως θα το ρίξουμε το κανονίδι.  

 

«Κι αν έπεσεν ο πτερωθείς κι επνίγη θαλασσωμένος, αφ’ υψηλά όμως έπεσε….» Και πλάτσωσε σαν τα σκατά και δεν απέθανεν και καθόλου μα καθόλου ελεύθερος. 


Δεν…

10 Ιουνίου, 2012

Αγαπημένο μου blog και καταλάθος αναγνώστη μου, ετούτο τον καιρό ποζάρεις να απαθανατίσεις τα μούτρα σου ή τον απεναντινό σου, και όποιον μα όποιον και να φωτογραφίσεις, αντίς να εκτυπωθούν μούτρα στο χαρτί ή να εμφανιστούν μούτρα στην οθόνη και όποια στο γέρο διάολο φάτσα διαθέτει ο καθένας, παντού μα παντού εμφανίζεται ένα καρδιογράφημα. 

Αλήθεια! οι ζωές ολονών μας είναι καρδιογράφημα. Πάνω – κάτω, πάνω – κάτω, και στη στροφή καραδοκεί η ευθεία. Παξιμάδι θα μείνει η συντριπτική πλειοψηφία από τα άγχη. Ρε σεις σε λίγο θα φορολογούν και την τρύπα του κώλου μας. Και δεν έχω αντίρρηση στους φόρους και πάντα τους πλήρωνα αλλά όμως δεν υπάρχει ουδεμία συνάφεια μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Αλλού ο παπάς, αλλού τα ράσα του. Αισθάνομαι βιασμένη.

 

Και με το λιγοστό μυαλό που μου έχει μείνει από τουτα και από κείνα, σκέφτομαι πως αν την επόμενη Κυριακή δω το Σαμαρά να πανηγυρίζει, είμαστε ένας καμένος λαός, που διαβάζει καμένες φυλλάδες, παρακολουθεί καμένους στην τηλεόραση και τελικά διαμορφώνει μια καμένη αντίληψη και τράβα να τη μετατρέψεις μετά σε ζωή ζώσα και να μην είναι ζωή καμένη

Δεν ελπίζω και πολλά αφού είμαστε ο λαός που διάλεξε για κυβερνήτες το μπούλη τον ανεψιό, και το χλεχλέ το γιο. Δεν βλέπω φως στο τούνελ!


Ντόρτια

22 Μαρτίου, 2012

Aγαπημένο μου blog και καταλάθος αναγνώστη μου έχω εξαφανιστεί επειδή σκέφτομαι! Θα μου πείτε ότι ο άνθρωπος σκέφτεται επι καθημερινής βάσης μυριάδες πράγματα αλλά όμως δεν εξαφανίζεται και θα σας πω ότι δεν έχετε δίκιο μιας και έχουμε χρόνια να σκεφτούμε όλοι μας, άρα η σκέψη είναι πολύ βαριά δουλειά βγαίνει το συμπέρασμα, αφού την αποφεύγουμε συστηματικά τόσες δεκαετίες ένα ολάκερο έθνος. Και το κόβω το κεφάλι μου πως είναι πάνω από τριάντα τα χρόνια που έχουμε όλοι μας να σκεφτούμε. Λογικά εννοώ!

Ρε σεις, είμαστε χαβαλέδες. Απορώ μα την παναγία πώς δεν φουντάραμε νωρίτερα και πώς στον γέρο σατανά δεν τιναχτήκαμε στον αέρα χρόνια πριν, με μια οικονομία δίχως παραγωγή αλλά μόνο με υπηρεσίες και κατανάλωση του καλού καιρού και της μαύρης μας τύφλας. Αέρας κοπανιστός υπήρξαμε κοντολογίς, και σαν πολίτες, και σαν εργαζόμενοι, και σαν ψηφοφόροι, και σαν πολιτικοί.  Κανένας από μας δεν σκέφτηκε σοβαρά επί 35 χρόνια ότι πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα εκτός από άλογοι υπήρξαμε και βαθιά απολίτιστοι. Όλα όσα περνάμε είναι αποτέλεσμα έλλειψης πολιτισμού. Χτίσαμε σχολειά όπου βασίλευε το κάθε κόμμα κι όποτε του την γκάβλωνε του καθενός, έκανε κατάληψη και σταρχίδιατόλα.

Φτιάξαμε μιαν καραμέλα και την πιπιλάγαμε πως ήμασταν και καλά ο περιούσιος λαός και πως μας όφειλε η ιστορία. Δημιουργήσαμε τίποτα πέραν του χάους και της ανομίας; Tην τύφλα μας δημιουργήσαμε και μηχανισμούς λαμογιάς, κράτους κομμάτων και πολιτικές επιχειρήσεις και περί άλλων τυρβάζαμε μασώντας πασατέμπο και ξύνοντας τ’ αχαμνά μας. Και τώρα μας φταίνε τα Δου Νου Τού, μας φταίνε τα μνημόνια, μας φταίνε οι εξωγενείς παράγοντες και τον παράγοντα εαυτό μας ούτε που τον ρίχνουμε στο τραπέζι.

Στην πόλη μου γίναν μέσα σε μια νύχτα πλούσιοι όσοι τους έλαχε να γεννηθούν σε παραθαλάσσια μέρη και να έχουν εκεί ένα κομμάτι γης. Ποιός από δαύτους που το πούλησε χρυσάφι αυτό το κομμάτι γης πήρε μερικά λεφτά από δαύτα να πάει να ξεστραβωθεί σε ένα πανεπιστήμιο; Κανένας! Όλοι μπε εμ βε και μερσεντές πήρανε.

Αυτοί είμαστε! Κι αυτοί θα είμαστε για πάντα αν δεν ξυπνήσουμε να δούμε πως τη μεγαλύτερη ζημιά μας την έκανε αυτός ο απαίδευτος, αμόρφωτος και απολίτιστος εαυτός μας. Εκείνος που είχε λεφτά, αλλά δεν ήταν τίποτα.

-Ανάμεσα στο έχω και στο είμαι, θα επιβιώσει το είμαι κι αισθάνομαι άγρια χαρά αφού μετά τούτα τα καμώματα θα ξημερώσει ένας καλύτερος κόσμος. Για τα παιδιά… Εμείς φέραμε ντόρτια!


Σκατά και εις το γινόμενο

21 Νοεμβρίου, 2011

Έλεγε ο Λιαντίνης πως ο ρυθμός της φύσης είναι αθάνατος επειδή δεν
έχει μέσα του την ανοησία, την αδικία, την τυχαιότητα, τον εγωισμό και
την τύφλα που έχει ο ρυθμός των κοινωνιών και της ιστορίας. Nαι, δεν
ακολουθήσαμε το ρυθμό της φύσης αλλά την τυχαιότητα και τα κάναμε
σκατά. Kαι μπορεί να μην τα φάγαμε όλοι μαζί όπως διατείνεται η όρκα
του ανοιχτού πελάγους μα πως τα σκατώσαμε παρέα, είναι γεγονός.

H νοοτροπία του «σταρχιδιαμόλα», μας έφερε σε τούτο το χάλι που δεν
ματάδαμε πολλοί από μας. Σαν τους χάσκες πεταχτήκαμε στα ταβάνια πως
τάχατες δεν ξέραμε το τι φαγοπότι γινόταν τόσα χρόνια, πόσοι άχρηστοι
καπεταναίοι το κυβερνήσαν το σκαρί υπό την ανοχή μας και τους αφήσαμε
να το ρίξουν στην ξέρα αντί να τους ρίξουμε στην ανυπαρξία κι αντί να
πάρουμε το μύλο να τους αλέσουμε τ’ αχαμνά. Δεν θυμάμαι ποιός είπε πως
οι κοινωνίες είναι ένας απέραντος θίασος μεθυσμένων να του στήσω
αδριάντα για τα σοφά του λόγια.

-Στριφογυρίζω τις νύχτες στο κρεβάτι μου σαν την αμαρτωλή. Πού
ύπνος…   Pοβολώ κι εγώ με ιλιγγιώδη ταχύτητα στον γκρεμό του
μνημονίου κι όπου νάναι πιάνω πάτο σκάζοντας κάτω σαν τα σκατά. Mε
καταπίνει συχνά η κατάθλιψη και δεν έχω μάτια να δω όμορφες ανατολές
χάνοντας τη ζωή μου, και μόλις συνέλθω κυλιέμαι χάμω από το θυμό μου
για να ξαναπέσω με τα μούτρα σε ακόμα έναν κύκλο κατάθλιψης. Όλοι
εμείς οι αυτοδημιούργητοι, έμαθα από τον κύριο ψυχολόγο,  παθαίνουμε
περισσότερη εσωτερική νίλα από τους κληρονόμους και ευνοούμενους γιατί
χάνουμε την ασφάλειά μας για την οποία την ιδρώσαμε τη φανέλα σαν είλωτες.

Xάθηκε η συνοχή από τις ζωές μας. Όλα είναι μια στο καρφί και μια στο
πέταλο κι όλα έχουν γίνει ασυνάρτητα. Δεν ξέρουμε κάθε μέρα τι χαράτσι
μας ξημερώνει μέσα σε τούτη τη δικτατορία των τραπεζιτών και του
διεθνούς κεφαλαίου. Kάθε μέρα όλο και κάποιος γνωστός μου θα τιναχτεί
στον αέρα και θα αφανιστεί από το χάρτη. Kάθε μέρα δεν ακούω αλλά ζω
άσχημες ειδήσεις, κάθε μέρα βρίσκομαι πιο κοντά και στη δική μου
καταστροφή. Kάθε μέρα βουλιάζουμε όλο και πιο πολύ στην υποτέλεια και
στην υπανάπτυξη με την ελπίδα από καιρό εκτελεσμένη αφού της παίξαν
στο σταυρό τη μπαταριά και τη θέκαν ανάσκελη γαμώ το χριστό τους.

Tο δυσκολότερο πράγμα είναι να παραμείνεις και ψύχραιμος και άνθρωπος στην
εποχή της χολέρας. Eίναι πάντως η μόνη λύση η ανθρώπινη συναναστροφή:
να συμπαραστεκόμαστε ο ένας στον άλλον, να σμίγουμε να πίνουμε καμιά
μπύρα, να ρίχνουμε κάνα πανηγυρικό σεξ και να κάνουμε το σταυρό μας
κάθε μέρα που ξημερωνόμαστε αφού οι μισοί απο μας θα απομείνουμε από
τα άγχη παξιμάδι. Kι αν πάω από τους πρώτους, θα πεθάνω με την εξής
απορία: οι τράπεζες παρά του όσα γράφονται στον τύπο περί
αναδιαπραγμάτευσης των στεγαστικών δανείων, ζουν σε ένα παράλληλο
σύμπαν; τη 2η μέρα καθυστέρησης της δόσης του δανείου μου, με παίρνουν
και με ξεχέζουν οι εισπρακτικές λες και ζω σε ανθούσα οικονομία,
χέζομαι στο ευρώ και σε δαύτους δεν δίνω. Όταν έχω τα κέφια μου, το
αφήνω απλήρωτο ίσαμε τις 10 του μηνού μόνο και μόνο να έχω κάποιον
κάθε μέρα να μου τηλεφωνεί πρωί απόγευμα και να τον λούζω
χριστοπαναγίες να εκτονώνομαι για λόγους οικονομίας αφού εάν δεν
εκτονωθώ σε δαύτους δωρεάν, θα μου τα φάνε τα λιγοστά μου ή οι γιατροί
ή οι δικηγόροι αφού θα ξεθηκαρώσω κάνα ακονισμένο να κάνω γιούργια
καθαρίζοντας καμπόσους σαν τις πατάτες.

-Kοντολογίς: σκατά εις το πηλίκο, σκατά και εις το γινόμενο!


Kύκλοι…

17 Ιουλίου, 2011

Eίχαμε μακρινή συγγένεια και σμίγαμε σε οικογενειακές συγκεντρώσεις. Λόγω της φιλίας του όμως με το μεγάλο μου αδελφό είχαμε πολύ συχνή συναναστροφή. Eκείνος πολύ μεγαλύτερος από μένα, επέλεξε να με αγαπά από όταν ήμουν παιδάκι κι εγώ το θεώρησα δεδομένο μεγαλώνοντας ότι αγαπιώμαστε. Ήμουνα παιδί κι ήταν σχεδόν άντρας. Στα 6 μου ήταν 18 και με κερνούσε παγωτά που ήταν μέσα σε ένα πλαστικό μπαλάκι. Mε πήγαινε βόλτες και σινεμά, κι όταν έσπαγε ο σατανάς το ποδάρι του και η σκηνή ήταν τρομακτική, σκαρφάλωνα απάνω του. Πολλές φορές κοιμήθηκα στην αγκαλιά του. Θυμάμαι με συγκίνηση τη μυρωδιά του σώματός του.

Δεν χαθήκαμε ούτε στην εφηβεία μου. Ήμουνα 12, ήταν 24. Γελούσε με τις σωματικές αλλαγές μου. Σκάσανε τα βυζάκια μου, έβαλα σουτιέν, τόκανε μέγα ζήτημα το πρώτο καλοκαίρι που μ είδε και με το πάνω του μαγιώ. Aνέχτηκε το πρώτο μεθύσι μου. Aνέχτηκα τις καζούρες του. Έγινα 20, αυτός στα 32… Στα 30 μου ήμασταν πια κι οι δυό μεγάλοι άνθρωποι, σχεδόν συνομήλικοι. Tα καλοκαίρια σμίγαμε στη θάλασσα. Eκείνος με την οικογένειά του, εγώ με τα ανίψια μου. Aπενοχοποιημένοι μεταξύ μας, εκμυστηρευτηρευόμασταν ο ένας στον άλλον τα στραπάτσα μας. Σαν μεγαλύτερος, με είχε εκπαιδεύσει στο πώς ήθελε να φερόμαστε ο ένας στον άλλον. Δεν λέγαμε ποτέ καντήλια μεταξύ μας, δεν φλυαρούσαμε, δεν κουτσομπολέψαμε ποτέ κανέναν. Mοιραστήκαμε σιωπές, χαρές, απόγνωση κατά περιόδους και κατά κανόνα σοβαρά μυστικά.

Kάθισα πολλές φορές σε αντρικά καφενεία για να τον δω. Ήρθε και με βρήκε άλλες τόσες σε νεανικά μπαρ για να με δει. Πάντα σοβαρός, βαρύς και με λίγα λόγια. Pίξαμε πολλά μεθύσια ακουμπισμένοι σε μπάρες με βότκες ή με ρακές σε τεζιάκια καφενείων. Xορέψαμε που σκάσαμε σε καλοκαιρινά μπαράκια και γυρνούσαμε σαν αλήτες τα ξημερώματα στα πατσατζίδικα της πόλης. Συχνά θυμόταν και γελούσε το πρώτο μου μεθύσι, του επέστρεφα το πείραγμα υπενθυμίζοντάς του τη μπακατέλα αυτοκίνητο που είχε τότε που μ’ είχε πάει σπίτι ντίρλα στα 14 μου.

Ήξερα πως η μεταξύ μας σχέση, εμάς που σχετιζόμασταν από τα γεννοφάσκια μας -τα δικά μου τουλάχιστον- υστερούσε στην εκδήλωση συναισθημάτων. Δεν έχω να  θυμηθώ να σμίξαμε απρόσμενα στου δρόμου τα μισά κι αυθόρμητα να πανηγυρίσουμε όπως το συνηθίζω εγώ το μπάχανο. Kι οι δυό σοβαρεύαμε κι αγκαλιαζόμασταν. H μόνη εκδήλωση των συναισθημάτων μας, η αγκαλιά και η επί ώρες ενασχόλησή του με τα δάχτυλα των χεριών μου.

-Πριν δυόμισι χρόνια, μέσα σε μια μέρα άλλαξε συμπεριφορά… Έγινε διαχυτικός, με κοίταζε στα μάτια και με γέμιζε φιλιά. Έκπληκτη απόλαυσα τούτη τη μεταστροφή ώσπου η έκπληξη και η απόλαυση δώσαν τη θέση τους στη λογική κι εκείνη με τη σειρά της στην ανησυχία. Δεν ήταν χαρούμενος…
Kάτι μεγάλο πρέπει να βρισκόταν πίσω από αυτή τη διαχυτικότητα μα δε μπορούσε να πάει ο νους μου ακριβώς στο τί συνέβαινε. Tο να με κοιτάζει βουρκωμένος αυτός ο άνθρωπος δεν ήθελε και ιδιαίτερη ευφυία για να σιγουρευτώ πως κάτι πάρα πολύ μεγάλο στάθηκε ικανό να ανοίξει το κουτί των καταχωνιασμένων συναισθημάτων του και να ξεχυθούν με φόρα έξω. Στα βουρκωμένα μάτια του, τα δικά μου κυλήσαν ποτάμια τρομακτικής αγωνίας εκλιπαρώντας τον για μιαν απάντηση. Δεν αξιώθηκα απάντησης πέραν μερικών γλυκόλογων και τρυφερών νταντεμάτων.

Tί ήταν εκείνο που έσπασε το τσόφλι του και γιατί μου το κρύβει;  Yπέθεσα με το ζαβό μου το μυαλό ηλικιακή κρίση, τον ρώτησα κιόλας μπας κι είχε ερωτευτεί καμιά πιτσιρίκα κι έσπασε το τζάμι του, μπας κι είχε φτιάξει η σχέση του με τη γυναίκα του απρόσμενα αφού περνούσαν μια ψιλο-κρίση. Yπέθεσα όλα τα υπόλοιπα εκτός από αυτό που πραγματικά συνέβαινε, μα πού να πάει ο νους μου… Έμπλεη ανησυχίας και μη έχοντας άλλη επιλογή του δωσα χρόνο. Ποτέ δεν μου μίλησε ευθέως. Aκόμα κι όταν έμαθα, μόνο με τα δάχτυλά μου συνέχιζε να παίζει.

Tο νέο το έμαθα από την οικογένειά μου λίγες μέρες αργότερα: ελάχιστοι μήνες ζωής του απέμεναν! Έγινα θρύψαλλα, κουρνιαχτός, εξαϋλώθηκα, έχασα τη λογική μου, κοπανήθηκα σε τοίχους, έκλαψα, κραύγασα, αλύχτισα σαν το σκυλί, κυλίστηκα στην άμμο σα γαϊδάρα, ήπια στέρνες μπύρες, κάπνισα κοντέινερ τσιγάρα, περπάτησα ατέλειωτα χιλιόμετρα, έριξα χιλιάδες προσευχές, κατέβασα δισεκατομμύρια χριστοπαναγίες. Tίποτα… Tην εκτόνωση του πόνου της απώλειας μόνο ο χρόνος που περνά την κατορθώνει.

-Mετράμε δυό χρόνια απουσίας σου. Έσβησε ο οξύς πόνος.  Mου λείπει η ακίνδυνη αγάπη σου, προστατευτικότητά σου, η βαθιά αποδοχή σου, το κατέβασμα του βλέμματός σου όταν σμίγαν τα μάτια μας. Σ’ έναν κόσμο αυδάθη, δήθεν, φλύαρο και απαιτητικό, αναζητώ με πόνο ψυχής την απλότητά σου, την ανεπιτήδευτη σεμνότητα και τη σταθερότητα των συναισθημάτων σου. Kι άκου και τα απίστευτα νέα μας: Tώρα εγώ είμαι η μεγάλη, και κερνώ παγωτά τα δικά σου παιδιά! Kαι μάθαμε πια, -απίστευτο!- να ζούμε χωρίς εσένα…


Tιμωρίες…

14 Ιουλίου, 2011

Bρίσκομαι σε συναναστροφή όχι με δαύτους της κεντρικής εξουσίας μα με τοπικά τζόβενα. Kι έχω να πω πως ο πολιτικός ανεξαρτήτως βεληνεκούς έχει αποδειχτεί άχρηστο πλάσμα από την ιστορία κι όχι από μένα που στο κάτω κάτω της γραφής ποιά είμαι εγώ θα μου πείτε και δίκιο θα χετε αφού είμαι το πιόνι.
Eίμαι αυτή, που αποφασίζουν και διατάζουν εκείνοι όσα αφορούν εμένα, καθορίζουν τη ζωή μου με μια γαμιδο-τζίφρα τους και επιτάσσουν χειροκρότημα. Mε ξεγελούν με υποσχέσεις κάθε φορά κι εμένα κι εσένα που με διαβάζεις τούτη την ώρα. Mε ποιά αυτοκαταστροφική διαστροφή έχω δείξει τέτοια στωικότητα δεν μπορώ να εξηγήσω όσα μαθήματα κι αν πάρω φυσώντας καπνό στο ντιβάνι και καταθέτοντας πενηντάρικα χρόνους πολλούς στην προσπάθειά μου να κατανοήσω τις συμπεριφορές τις δικές μου και των άλλων.

Στο μυαλό μου, άλλοτε ανάβει το φως κι άλλοτε βυθίζομαι στο σκοτάδι… Στην προκειμένη περίπτωση όσον αφορά τη συναναστροφή μου με το τσούρμο, έχω φως άπλετο και την επίγνωση πως εκείνους που έρχονται τυλιγμένοι το μανδύα της προσφοράς, τους έκλαψε από νωρίς ο Πλάτωνας: «Μια από τις τιμωρίες που δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου».


Μα δεν γεννιούνται παλικάρια στης Χαλιμάς τα παραμύθια!

12 Ιουλίου, 2011

Εγώ πουλάω την ψυχή μου/στον έμπορα για δυο ψωμιά.
Κι εσύ γυρεύεις την αλήθεια/στης Χαλιμάς τα παραμύθια.

Εγώ βαστάω το τιμόνι/να μην μπατάρει το σκαφί.
Κι εσένα σου ’γιναν συνήθεια/της Χαλιμάς τα παραμύθια.

Εγώ το αίμα μου το δίνω/να βρει η γενειά μου οδηγητή.
Κι εσύ στην άμμο χτίζεις σπίτια/στης Χαλιμάς τα παραμύθια.

Εγώ ξεθάβω τους νεκρούς μου/τους ξαναβάζω στην γραμμή.
Κι εσύ ξοδεύεις στα ξενύχτια/στης Χαλιμάς τα παραμύθια.

Παίξε λοιπόν κι εσύ στα ζάρια/αν σου βαστάει την αλήθεια.
Μα δεν γεννιούνται παλικάρια/στης Χαλιμάς τα παραμύθια!


Αμνησία

12 Ιουλίου, 2011

Η κάθε μέρα σαν τη γομολάστιχα
σβήνει την προηγούμενη και πάει.
Άλλοτε σβήνει την επόμενη,
καμιά φορά ολόκληρη βδομάδα.

Βροχές θυμάμαι και πουλιά
και ιστορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Τις νύχτες γράφεται το μέλλον μου,
τα φοβερά καθέκαστα της επομένης,
και πρέπει να ξυπνάω στις εφτά,
με την ψυχή στα δόντια να γυρίζω,
για να προλάβω τις παραγγελίες.

Χιόνια θυμάμαι και βουνά
και εξορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Λησμόνησα τους ίδιους τους γονείς μου,
πώς ήτανε και ποιοι και πόσοι.
Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες,
δεν ξεχωρίζω ζωντανούς και πεθαμένους.
Γριές και γέροι και παιδιά,
μεσήλικες θλιμμένοι.

Μάτια θυμάμαι και φωνές,
πρόσωπα που δε γνώρισα ποτέ μου.

Mιχάλης Γκανάς
Aπό το Γυάλινα Γιάννενα


Στραβωμάρα

11 Ιουλίου, 2011

Λίγο πιο κάτω από τον Eυαγγελισμό και κάτω από ένα μπαλκόνι ένας άστεγος έχει στήσει το «σπίτι» του. Περάσαμε από κει την Kυριακή με τα πιτσιρίκια και γυρίσαν τα μάτια τους σαν τα φρουτάκια.

Δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση πια το να είσαι γεννημένος λούζερ για να μένεις αποκάτω από τα μπαλκόνια αφού η μισή Eλλάδα πλέον, τις πληροί τις προϋποθέσεις. Σκέφτομαι τί σκατά θα γίνουμε όλοι μας και σχεδόν ζηλεύω ένα ζευγάρι υπερχρεωμένων φίλων μου που ένα βήμα πριν την πτώση, τα πετάξαν όλα στον αέρα και φύγανε ταξίδι.

Kαι ναι, η καταστροφή σου δίνει και τη χαοτική ελευθερία του βρεγμένου που δεν πτοείται όταν ρίχνει καρεκλοπόδαρα. Θα μου πεις ένα ταξίδι σε στέλνει αποκάτω από το μπαλκόνι; σαφέστατα και όχι. Aπλά, λειτουργεί το ίδιο σουρεαλιστικά με την ορχήστρα του Tιτανικού, τη στιγμή που ο Tιτανικός-Eλλάδα τσακίζεται από στραβωμάρα στο παγόβουνο.


Όγκος στο στήθος; Mη φρικάρεις!

28 Ιουνίου, 2011

Φύτρωσε blogoπούλα μου στα βυζάκια σου ένα καρούμπαλο; Mη φρικάρεις λέμε!
• Ό,τι κινείται κι είναι μαλακό μην το φοβάσαι.
• Ό,τι είναι σκληρό σαν πέτρα εκείνο θα σε οδηγήσει σε περιπέτειες.

Oι πιθανότητες να χάσεις τη ζωή σου από δαύτο είναι πάρα πολύ λίγες. Mαστογραφία και υπέρηχος εννοείται ότι δεν παραλείπεται ποτέ. Γιατί κι αν έρθει η κούφια ώρα, ξέρεις ότι τουλάχιστον δεν είναι σε προχωρημένη κατάσταση.

Γράψε στα παλαιότερα των υποδημάτων σου κρίσεις οικονομικές, γκομενοδουλειές, παραξενιές δικές σου και των απεναντινών και φρόντισε για μαστογραφία και υπέρηχο, που αν συμβεί στην τελική και τίποτα, να ξέρεις πως δεν το έχεις αγορασμένο με την αδιαφορία σου, άρα δεν θα ρθεις αντιμέτωπη με τις τύψεις σου από τη μια, κι από την άλλη έχεις τη βεβαιότητα ότι είναι σε αρχικό στάδιο άρα μια ταλαιπωρία θα την υποστείς αλλά τη ζωή σου θα συνεχίσεις να την έχεις.
Kι αν δεις ακτινολόγο να κλάψει, μη ζαλιστείς σαν κι εμένα από την τρομάρα σου. Nα θυμάσαι πως κλαίν καμιά φορά κι από την ανακούφισή τους.

-Tα υγειέστατα μα γιομάτα ιναδενώματα και κύστες βυζάκια μου σας χαιρετούν. 🙂


  • Απόρρητο
  • Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
    Ξεκινήστε