Στις πορείες…
ΕΚΕΙ ΘΑ ΜΕ ΒΡΕΙΣ
Εκεί θα με βρεις.
Στων τοίχων τους αυθόρμητους στίχους.
Στο οδόστρωμα που τρίζει από το βάρος των ονείρων.
Στα υψωμένα χέρια των ανθρώπων που σφίγγουν,
γιατί τα πνίγει το δίκιο.
Στα πολύχρωμα πανό των φοιτητών,
ανάμεσα στις λέξεις «Αξιοπρέπεια- Ζωή – Ελευθερία».
Στα στόματα των μαθητών με τα ολάνοιχτα μάτια
και τα φωτεινά χαμόγελα.
Εκεί ακριβώς που σπάει η φωνή του εργάτη,
επιβαρυμένη από τα απανωτά 12ωρα στέκομαι.
Εξαχνίζομαι μέσα από τις ντουντούκες μαζί με τα συνθήματα.
Στα ζωγραφισμένα μάγουλα και τα τραγούδια των καλλιτεχνών.
Σε ένα ακόμη «να προσέχεις» της φίλης που δεν ήρθε μαζί.
Όταν η ατμόσφαιρα γίνεται κάτασπρη από τα χημικά,
σκορπίζομαι μαζί σου στα γύρω στενά.
Και κάθε φορά που αυτοί σηκώνουν τα γκλομπ τους,
εκεί είμαι, στο αίμα σου, που αν δεν το δουν να τρέχει,
δε χορταίνουν, τόσο άπληστοι είναι…
Στα χέρια που μπλέκονται και περιφρουρούν, ξεκουράζομαι.
Κι αν τύχει και βρέχει εκείνη τη μέρα, κατρακυλάω μαζί με τις σταγόνες στα περήφανα μέτωπα,
φωνάζοντας πως τίποτα δεν πάει χαμένο…
Ρέω μια ζωή στα σώματα και τις φωνές των γυναικών,
που παλεύουν με χίλιους δύο τρόπους και χίλιους δυο ρόλους.
Στους ανθρώπους που δεν παραιτούνται ποτέ,
που ελπίζουν, που αγωνίζονται καθημερινά.
Εκεί θα με βρεις.
.
.
.
ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Φέτος, κολύμπησα στα βαθιά.
Έμαθα πως η μεγαλύτερη υφαλοκρηπίδα
είναι αυτή της απελπισίας των ανθρώπων
που δεν τους επιτρέπεται να ζήσουν.
Στην πρώτη βουτιά του καλοκαιριού,
είδα πιο ‘κει να επιπλέει μια καρό βαλίτσα.
Στη δεύτερη, κράτησα πιο πολύ την αναπνοή μου
και ξέθαψα ένα ολόλευκο φουστάνι.
Στην τρίτη πια, πνίγηκα απ’ τον θυμό μου,
άφησα την αρμύρα από τα δάκρυά μου
να γίνει ένα με το παγωμένο νερό,
άγγιξα με την κοιλιά μου την άμμο,
και βρήκα στα πόδια μου μια πάνινη κούκλα.
Έπειτα, βγήκα.
Πήρα την πετσέτα μου
και σκούπισα από πάνω μου όλη την αδιαφορία
και την απανθρωπιά του κόσμου.
Ο ήλιος, πιο σκοτεινός από ποτέ,
μου έκαψε το πρόσωπο,
σχηματίζοντας στο δέρμα μου κάτι πανάδες δυστοπίας
που δε θα φύγουν ποτέ.
Ένας αέρας απάθειας
ανασήκωσε τις τρίχες στην πλάτη μου.
Κι όταν η θάλασσα γεμίζει άψυχα παιδικά κορμάκια,
αντί για γέλια, μακροβούτια και πολύχρωμες μάσκες,
τότε είμαστε κιόλας θαμμένοι δύο μέτρα
κάτω απ’ τον βυθό της ζωής.
Στην επιφάνεια, αντί για στρώματα σε σχήμα ανανά.
επιπλέουν προκλητικά
το κρίμα, τα λεφτά και το άδικο.
Στην επιφάνεια, αντί για στρώματα σε σχήμα ανανά, επιπλέουν προκλητικά το κρίμα, τα λεφτά και το άδικο.
.
.
ΤΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ…
Τι παράξενοι που είμαστε
εμείς οι δυο…
Στο πάρκο διαβάζουμε πάντα
με τα μάτια στραμμένα προς τα επάνω,
για να μην παρεμβάλλεται τίποτα
ανάμεσα σε εμάς και τον ουρανό.
Πίνουμε θάλασσες, φτύνουμε ήλιους
και μασάμε λουλούδια.
Ρισκάρουμε,
ακροβατώντας στα περιθώρια των πιο ψηλών κτιρίων.
Περπατάμε στις μύτες των ποδιών μας,
δε θέλουμε να τους ξυπνήσουμε.
Απλώνουμε μόνο όταν έχει ξαστεριά
και οι μπουγάδες μας είναι πάντα κόκκινες.
Σνιφάρουμε γρανίτες φράουλα,
καπνίζουμε στάχυα
κι εκπνέουμε μπαλόνια.
Τις νύχτες,
ντυνόμαστε τις αμαρτίες μας
και κάνουμε πάρτι στα σύννεφα,
χορεύοντας τον ήχο των κυμάτων.
Έπειτα,
ξαπλώνουμε ανάποδα
αποκαμωμένοι:
«ωραία δεν ήταν και σήμερα;»,
με ρωτάς.
«Περίφημα»,
σου απαντώ
και -για λίγο-
βάζουμε τα όνειρά μας
για ύπνο.
Τι παράξενοι που είμαστε
εμείς οι δυο…
.
.
Βίκυ Μοιρώτσου
*Τα ποιήματα συμπεριλαμβάνονται στην ποιητική συλλογή «άκου πώς μυρίζουν οι λέξεις μέσα μου», μία έκδοση της αυτο-οργανωμένης βιβλιοθήκης νότιας Εύβοιας, η οποία τυπώθηκε στην αναρχική δομή εκτύπωσης pyco nero και διανέμεται με ελεύθερη συνεισφορά.





